Το έγκλημα του Ανδρέα Μιαούλη

Και οι μεγαλύτερες προσωπικότητες ή και ήρωες της παγκόσμιας ιστορίας, μπορεί να έχουν τις «μαύρες στιγμές» στη ζωή τους, που οι συγκυρίες ή τα πολιτικά πάθη, μπορούν να τους σπρώξουν σε πράξεις που δεν συμβιβάζονται με το ήθος τους και τον πρότερο έντιμο βίο τους.
Ένας από αυτούς τους ήρωες, είναι και ο Ανδρέας Μιαούλης ο ένδοξος ναύαρχος του 1821, που λόγω των πολιτικών παθών της εποχής εκείνης κι ενώ ο αγώνας του έθνους για την ανεξαρτησία συνεχιζόταν, ανατίναξε στο λιμάνι του Πόρου δύο νεότευκτα πλοία του Ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα», ενώ απέτυχε χάρη στη αυτοθυσία μερικών ναυτών, να πράξει το ίδιο και για άλλα δύο πλοία.
Αυτό ήταν το μεγάλο «έγκλημα» του Ανδρέα Μιαούλη, που αμαύρωσε όλη την προηγούμενη ένδοξη ιστορία του ναυάρχου.

Ας σημειωθεί εδώ ότι, τα πλοία αυτά πάρθηκαν με τα λεγόμενα «Δάνεια της Ανεξαρτησίας» που πήρε η Ελλάδα από την Αγγλία, συνολικού ενεργητικού ύψους 2.800.000 λιρών, από τα οποία όμως κατέληξαν στα ταμεία της Προσωρινής Διοίκησης, 531.258  λίρες μόνο (!), αφού αφαιρέθηκαν από τους «φιλέλληνες» χορηγούς, τόκοι και χρεολύσια δύο ετών, διάφορες προμήθειες και άλλες δαπάνες. Ληστεία κανονική  δηλαδή.

Ανάγκη να πούμε τώρα τι ήταν αυτό που οδήγησε τον Μιαούλη σ’ αυτή την αποτρόπαιη πράξη, αφού πρώτα περιγράψουμε την κατάσταση που επικρατούσε στην επαναστατημένη Ελλάδα, την εποχή εκείνη.


Η ναυμαχία του Ναυαρίνου που έγινε στις 20/10/1827, συνέβαλε πάρα πολύ στην ανεξαρτησία της Ελλάδας, γιατί έσωσε την Ελληνική Επανάσταση από το ψυχορράγημά της, αλλά δεν ήταν όμως ο αποφασιστικός παράγων που μας χάρισε την ελευθερία. Χρειάστηκε να μεσολαβήσουν και άλλα γεγονότα για το αίσιο τέλος του Αγώνα. Τέτοια γεγονότα ήταν η κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-29 με τον οποίο απασχολήθηκαν σοβαρές στρατιωτικές δυνάμεις του Σουλτάνου, την εποχή που στην Αττική ακόμη διεξάγονταν μάχες Ελλήνων και Τούρκων. Άλλο τέτοιο γεγονός μεγάλης σημασίας ήταν, όταν στις 30/8/1828 ήρθε στην Ελλάδα ο Γάλλος στρατηγός Μαιζόν με 14.000 στρατιώτες του και ανάγκασε έτσι τον Ιμπραήμ να εγκαταλείψει επί τέλους την Πελοπόννησο, πράγμα που αρνιόταν να κάνει μέχρι τότε. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας που αναγνωρίστηκε στις 3/2/1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, ήταν ακόμη αρκετά μακριά, όταν άρχισε να κυβερνάει ο Καποδίστριας, ο οποίος αγαπήθηκε πολύ από τον απλό λαό, αλλά μισήθηκε από τους προύχοντες του τόπου, κυρίως δε από τους Υδραίους, τους Σπετσιώτες και τους Μανιάτες.

Για την Ύδρα, ο κυριότερος λόγος αυτού του μίσους ήταν η κατάργηση του συστήματος αυτοδιοίκησης που είχε ως τότε το νησί, αλλά και η παύση του δικαιώματος είσπραξης των προσόδων από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου. Θέλησε έτσι ο Καποδίστριας να εξισώσει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των πολιτών, σε όλο το κράτος, εφαρμόζοντας την ισονομία χωρίς εξαιρέσεις.
Ένας άλλος αφανής και μη ομολογούμενος λόγος, για την αντιπολιτευτική πολιτική γενικά των Υδραίων, ήταν η επιθυμία τους να σταματήσουν οι προσπάθειες για την ενίσχυση του Εθνικού Ναυτικού με νέα πλοία, γιατί έτσι θα είχαν απώλεια εσόδων από τη διακοπή ενοικίασης των καραβιών τους από το κράτος.
Άλλος πολύ σπουδαίος λόγος, ήταν η απαίτηση των Υδραίων καραβοκύρηδων για την άμεσο και «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές και απώλειες των πλοίων τους, κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Ο Καποδίστριας αναγνώρισε αμέσως το δίκαιο αίτημα και υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιωνόταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι όμως απαιτούσαν την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων «εδώ και τώρα», πράγμα που ήταν πολύ δύσκολο για τα ισχνά οικονομικά του κράτους. Ο Κυβερνήτης κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να κάμψει τις απαιτήσεις των Υδραίων για άμεση καταβολή των αποζημιώσεων. Πρότεινε μάλιστα την χορήγηση εθνικών γαιών αντί αποζημιώσεων, αλλά ματαίως. Η αντίδραση ήταν η ίδια. Στο τέλος αναγκάστηκε να ζητήσει επειγόντως από τη Γερουσία την εξοικονόμηση 24.500 δίστηλων για το σκοπό αυτό. Οι Υδραίοι δέχτηκαν το ποσό αλλά δεν συμφωνούσαν με τον τρόπο διάθεσής του, που πρότεινε ο Καποδίστριας, δηλαδή να πληρωθούν πρώτα οι φτωχοί και άνεργοι ναύτες και μετά οι ευπορούντες καραβοκύρηδες. Δυστυχώς συνάντησε ακόμη μια φορά την πεισματική άρνηση των τελευταίων. Ο Καποδίστριας συνέχισε όμως τις προσπάθειες συμφιλίωσης με τους Υδραίους γιατί δεν ήθελε αυτή την αντιπαράθεση με ανθρώπους που έδωσαν τόσα πολλά για τον απελευθερωτικό αγώνα και για το σκοπό αυτό εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο το κήρυξε το λιμάνι της Ύδρας ελεύθερο, πράγμα που σήμαινε ότι απαλλασσόταν από όλους τους τελωνειακούς δασμούς. Ούτε αυτό το μέτρο όμως έκαμψε την αδιαλλαξία των Υδραίων, οι οποίοι συνέχιζαν τις εκτός τόπου και χρόνου απαιτήσεις τους.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτό το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Καποδίστριας. Εκατοντάδες αγωνιστές και στρατηγοί, ναύτες, πλοίαρχοι και ναύαρχοι, απαιτούσαν κι αυτοί πληρωμή από τα άδεια ταμεία του κράτους, για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν. Όλοι είχαν απλωμένο το χέρι και ζητούσαν. Η ανεργία και η φτώχια ήταν φυσικό επακόλουθο για το νεοσύστατο κράτος που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να σταθεί στα πόδια του.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η αντίδραση με το κύμα των απαιτήσεων, μεταμορφώθηκε σε σφοδρό πολιτικό πάθος, με προεξάρχοντα τον αρχηγό του Αγγλικού Κόμματος Αλέξ. Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους Λάζαρο Κουντουριώτη και Ανδρέα Μιαούλη. Τα πράγματα οξύνονταν από μέρα σε μέρα. Μέσα στα αιτήματα των Υδραίων, προστέθηκε ένα καινούριο: η σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης. Η εφημερίδα της ‘Υδρας «Απόλλων» προπαγάνδιζε απροκάλυπτα για αποστασία από τη νόμιμη κυβέρνηση και εξαπέλυε καθημερινά αμείλικτη πολεμική κατά του Κυβερνήτη, που ήταν «ο εχθρός του λαού» και «ο τύραννος». Πέτυχαν οι Υδραίοι με συνεχείς προσπάθειες, να προσεταιριστούν και άλλα νησιά και περιοχές της χώρας κι έτσι άρχισε να καταφτάνει στον Καποδίστρια πλήθος επιστολών και αναφορών από όλη την Ελλάδα, με τις οποίες κατέκριναν τον τρόπο διοίκησης, κάκιζαν τα κυβερνητικά μέτρα, που όπως έγραφαν, στερούσαν την ελευθερία των πολιτών, καταπατούσαν τις αρχές της δικαιοσύνης και του συντάγματος. Τέτοιες αναφορές έφτασαν ακόμη και από την Αθήνα που δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί από τον Τουρκικό ζυγό!
Είναι άξιον απορίας, πώς άντεξε ο Καποδίστριας και δεν υπέβαλε την παραίτησή του, με τις συνεχείς αντιδράσεις που συναντούσε σε κάθε του προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός κράτους ικανού να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της εποχής εκείνης, αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψει μας τα επίσης μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην Πελοπόννησο με τους Μαυρομιχαλαίους και την ένοπλη πλέον στάση που αυτοί υποκινούσαν. Άντεξε γιατί ήταν άνθρωπος με ατσάλινο σθένος και γρανιτένια θέληση.

Από ένα σημείο και πέρα τα πράγματα πήραν ανεξέλεγκτη τροπή. Το αντικαποδιστριακό κλίμα είχε εξαπλωθεί επικίνδυνα, η αντιπαράθεση ήταν πλήρης και όδευε ταχύτατα στην τραγική κατάληξη.
Στις 14/7/1831 με τη σχεδίαση και προτροπή του Μαυροκορδάτου, ο Μιαούλης κατέλαβε αιφνιδιαστικά μέρος του εθνικού στόλου στον Πόρο και το μικρό φρούριο του νησιού. Επρόκειτο πλέον για καθαρή ανταρσία. Η ακαταλόγιστη αυτή ενέργεια των Υδραίων , κατέπληξε και εξόργισε τον Καποδίστρια, ο οποίος έστειλε αμέσως ένα τάγμα στρατού και μια ίλη ιππικού, στην απέναντι του Πόρου ακτή, με την εντολή να καταλάβουν το μικρό Φρούριο. Παράλληλα, ζήτησε από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις να βοηθήσουν, αποκλείοντας με τον στόλο της η κάθε μία, το λιμάνι του Πόρου, αλλά δυστυχώς μόνο η Ρωσία ανταποκρίθηκε σ’ αυτό.
Το επόμενο δεκαπενθήμερο καθώς ο αποκλεισμός του λιμανιού του Πόρου συνεχιζόταν, συνέβησαν διάφορα γεγονότα, μικροσυμπλοκές, δηλώσεις και αντιδηλώσεις των πρωταγωνιστών, παρεξηγήσεις, παρανοήσεις, πείσματα εκατέρωθεν, βιαστικές ενέργειες και προπαντός πλήρης αδιαλλαξία, που μεγάλωνε την ένταση κάθε μέρα και πιο πολύ.

Έτσι έφτασε το πρωινό της 1ης Αυγούστου 1831. Ο Μιαούλης είχε προειδοποιήσει ότι θα ανατίναζε τα καράβια, αν αντιλαμβανόταν κάποια ύποπτη κίνηση αιφνιδιασμού και για το σκοπό αυτό είχε διατάξει να τοποθετήσουν φυτίλια στις πυριτιδαποθήκες της φρεγάτας «Ελλάς», στις κορβέτες «Ύδρα» και Εμμανουήλ» και στο ατμοκίνητο «Καρτερία». Κατά τις 9.30 το πρωί ο Μιαούλης παρατήρησε κάτι ύποπτες κινήσεις ενός Ρωσικού πλοίου και νομίζοντας ότι πρόκειται για επίθεση εναντίον του, διέταξε να ανάψουν τα προετοιμασμένα φυτίλια. Μια τρομακτική έκρηξη συγκλόνισε όλη την περιοχή. Η μεγαλοπρεπής φρεγάτα «Ελλάς» και η κορβέτα «Ύδρα», που ήταν τα λαμπρότερα και πολυτιμότερα πλοία του εθνικού στόλου, βυθίστηκαν μέσα σε ένα πανδαιμόνιο κρότων και καπνού. Ο Μιαούλης και οι άνδρες του μόλις πρόλαβαν να πηδήξουν σε μια βάρκα και να φτάσουν στην Ύδρα. Τα δύο άλλα πλοία που ήταν κι αυτά έτοιμα να ανατιναχτούν, ευτυχώς σώθηκαν την τελευταία στιγμή, χάρη στην αυτοθυσία δύο ναυτών.

Είναι παράξενο πώς ένας τόσο μεγάλος ήρωας της Επανάστασης, προχώρησε σε μια τόσο αποτρόπαιη πράξη, κυριευμένος από ασίγαστο πολιτικό πάθος, μη σκεπτόμενος το μέγεθος της ζημιάς που προκαλεί στην πατρίδα του, που με τόση πίστη και αυταπάρνηση υπηρέτησε, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας του. Η πράξη του αυτή που ήταν αποκρουστική από πάσης απόψεως, αγγίζει τα όρια του εθνικού εγκλήματος. Όλο το ένδοξο παρελθόν ναυάρχου, έσβησε τη στιγμή που έδινε την τρομερή διαταγή της ανατίναξης.
Όμως το Έθνος σύσσωμο, λησμόνησε γρήγορα αυτές τις σκοτεινές σελίδες της ζωής του Μιαούλη και τον αντάμειψε αργότερα με τιμητικές θέσεις και αξιώματα. Μάλιστα το 1932 συμμετείχε στην πρεσβεία που μετέβη στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον Όθωνα.
Όταν δε τον Ιούνιο του 1835 ασθενήσας απεβίωσε, τον θρήνησε όλη η Ελλάδα και δεν έπαψε να τον τιμά μέχρι σήμερα.

Σε ότι αφορά τον Καποδίστρια τι να πεί κανείς; Ήρθε στην Ελλάδα το 1828 και τερμάτισε τη ζωή του στο Ναύπλιο το 1831 δολοφονημένος. Κυβέρνησε σχεδόν 31/2 χρόνια μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Αγαπήθηκε πολύ από τον απλό λαό, αλλά πολεμήθηκε όπως είδαμε από τους προύχοντες, που δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτα στον τρόπο ζωής τους. Έκανε πολλά σ’ αυτό το μικρό διάστημα και ήθελε να κάνει περισσότερα, αλλά δεν τα κατάφερε. Έπεσε θύμα εμφυλίου σπαραγμού, φανατισμού και σφοδρών πολιτικών παθών, τόσο σφοδρών, που έκαναν την εφημερίδα της Ύδρας «Απόλλων», να γράψει το εξής καταπληκτικό, αμέσως μετά τη δολοφονία του: «Παύομεν την έκδοσιν της εφημερίδος μας, επειδή απολαύσαμεν τον σκοπόν μας. Ο τύραννος δεν υπάρχει πλέον.» Τέτοιος ήταν ο φανατισμός των αντιπάλων του.

(Βιβλιογραφία: Σπ.Μαρκεζίνη «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος».)

 

About Antikleidi Blog

Antikleidi blog antikleidiblog@gmail.com
This entry was posted in Ιστορία και μύθοι. Bookmark the permalink.

5 απαντήσεις στο Το έγκλημα του Ανδρέα Μιαούλη

  1. Παράθεμα: Δέκα μικροί μύθοι για το 1821 | AntiChainLetter

  2. Παράθεμα: Αιρετικές αλήθειες και μύθοι του 1821… | AntiChainLetter

  3. Παράθεμα: 1821 μύθοι, κρυφό σχολειό, φανερό ψέμα | AntiChainLetter

  4. Παράθεμα: O μύθος της 25ης Μαρτίου 1821 και της Αγίας Λαύρας | AntiChainLetter

  5. Παράθεμα: ΜΙΑΟΥΛΗΣ-ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ-ΚΑΝΑΡΗΣ | Σίμος Κουταλιανός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s