«Η αφοσίωση στην ομάδα είναι μύθος»

Οι ποδοσφαιρικές μετεγγραφές δεν κάνουν τη διαφορά σε μια ομάδα! Ούτε ο προπονητής.Οι Βραζιλιάνοι είναι υπερεκτιμημένοι. Οπως και οι σέντερ φορ και οι… ξανθοί. Οι φίλαθλοι προτιμούν να παρακολουθούν πρωταθλήματα όπου τα αποτελέσματα είναι προβλέψιμα παρά αυτά που είναι απρόβλεπτα! Η αφοσίωση στην ομάδα είναι μύθος!

Αυτές είναι μερικές από τις ανατρεπτικές αποκαλύψεις που περιέχονται στο εκρηκτικό βιβλίο «Why England Loose and other Curious Football Phenomena Explained» (Γιατί χάνει η Αγγλία και άλλα παράξενα ποδοσφαιρικά φαινόμενα), που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αγγλία. Συγγραφείς του βιβλίου είναι ο γνωστός αθλητικογράφος των «Financial Times» Simon Kuper και ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Stefan Szymanski.

Ούτε οι μετεγγραφές ούτε ο προπονητής παίζουν σημαντικό ρόλο στις πιθανότητες επιτυχίας μιας ομάδας. Το μόνο που μετράει στην επιτυχία είναι ο μισθός που παίρνουν οι ποδοσφαιριστές. Πες μου τι μισθό δίνεις στους παίκτες και θα σου πω σε ποια θέση του βαθμολογικού πίνακα θα καταλήξεις. Ολα τα άλλα, δηλαδή δαπάνες για μετεγγραφές και προπονητές, είναι αδιάφορα.

Οι συγγραφείς κατέληξαν σε αυτό το ανορθόδοξο συμπέρασμα μελετώντας τις δαπάνες 40 αγγλικών ποδοσφαιρικών ομάδων την περίοδο 1978-1997. Ετσι ανακάλυψαν ότι οι δαπάνες για μετεγγραφές δεν επηρέαζαν καθόλου την τελική κατάταξη μιας ομάδας. Το μόνο που επηρέαζε το τελικό αποτέλεσμα ήταν οι μισθοί.

Ψευδαίσθηση

«Η μεγάλη ψευδαίσθηση όλων είναι ότι αν αγοράσουμε έναν-δυο ποδοσφαιριστές όλα θα διορθωθούν», μας λέει ο Simon Kuper σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε μαζί του. «Ενας Σέρβος μεσοεπιθετικός είναι αυτός που χρειαζόμαστε κ.λπ. Τα χρήματα που δαπανώνται σε μετεγγραφές σε γενικές γραμμές είναι πεταμένα χρήματα. Χρησιμεύουν περισσότερο για να κάνει το κομμάτι του ο προπονητής παρά για οτιδήποτε άλλο».

Οι λόγοι είναι, σύμφωνα με τη μελέτη, πολλοί και διάφοροι. Οι ομάδες τείνουν να πληρώνουν χρήματα για ορισμένα χαρακτηριστικά του παίκτη, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την ποιότητα. Π.χ. ένας Βραζιλιάνος κοστίζει περισσότερο από έναν Βολιβιανό, ακόμα και αν δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ τους. Ενας σέντερ φορ κοστίζει περισσότερο από έναν τερματοφύλακα ή έναν αμυντικό -που δεν είναι ορθολογικό. Οι ανιχνευτές νέων ταλέντων τείνουν να προσέχουν (σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία ) περισσότερο έναν ξανθομάλλη επειδή διακρίνεται από τους άλλους (που είναι μελαχρινοί). Οποιος παίξει δυο καλά παιχνίδια στο Παγκόσμιο Κύπελλο, βλέπει την τιμή του να πενταπλασιάζεται. Αρα τα χρήματα που δαπανούν οι ομάδες στις μετεγγραφές δεν ανταποκρίνονται στην ποιότητα των αποκτηθέντων παικτών. Επίσης, οι ποδοσφαρικές ομάδες υποβαθμίζουν τις δυσκολίες προσαρμογής των ξένων παικτών. Αν κάποιος έρθει από τη Βραζιλία να ζήσει στην Αθήνα θα έχει δυσκολίες προσαρμογής, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί όλη η ομάδα.

Ούτε ο προπονητής επηρεάζει τις πιθανότητες επιτυχίας μιας ομάδας. Η τελική κατάταξη της ομάδας δεν επηρεάζεται από τα χρήματα που δαπανά για έναν προπονητή.

«Αν με διόριζαν προπονητή στη Μάντσεστερ θα έφερνα τα ίδια αποτελέσματα με τον Φέργκιουσον!», λέει ο κ. Kuper. «Σε οποιαδήποτε ποδοσφαιρική ομάδα αντικαθιστούσες τον προπονητή με ένα αρκουδάκι, τα αποτελέσματα θα ήταν τα ίδια. Ο προπονητής είναι απλά ένα εργαλείο του μάρκετινγκ για τα ΜΜΕ, τους φιλάθλους και τους σπόνσορες. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο προπονητής σήμερα είναι να είναι άνδρας, λευκός, πρώην ποδοσφαιριστής και καλοκουρεμένος. Ολα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τη γνώση του αθλήματος. Μπορείτε να φανταστείτε έναν σύλλογο να διόριζε προπονητή μια γυναίκα -ακόμα και αν αυτή είχε τέλειες τεχνικές γνώσεις; Φαντάζεστε ο Παναθηναϊκός να ανακοίνωνε ότι βρήκε μια εκπληκτική προπονήτρια; Θα γινόταν ο περίγελος των ΜΜΕ και των φιλάθλων!»

Ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο ο προπονητής δεν παίζει κανένα ρόλο, οφείλεται στο γεγονός ότι σήμερα κανείς προπονητής δεν έχει περισσότερες γνώσεις από άλλους. «Το πρωτάθλημα λειτουργεί όπως μια αγορά με τέλεια πληροφόρηση». Σύμφωνα με τον συνομιλητή μας, δεν είναι μακριά η ημέρα που η ενδεκάδα θα διορίζεται κάθε Κυριακή από… δημοσκοπήσεις μεταξύ των φιλάθλων. «Αυτή η ομάδα θα έχει επιτυχίες αφ’ ενός διότι θα χρησιμοποιεί τη σοφία του πλήθους και αφ’ ετέρου επειδή θα δίνει τα χρήματα -που σήμερα πληρώνει σε προπονητή- σε μισθούς των ποδοσφαιριστών».

Στην Ελλάδα (όπως και αλλού) παραπονιόμαστε συχνά για το γεγονός ότι το πρωτάθλημα είναι προβλέψιμο στον βαθμό που μονοπωλείται από δυο-τρεις ομάδες της πρωτεύουσας. Πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα ήταν πιο ενδιαφέροντα αν και άλλες ομάδες είχαν τη δυνατότητα να κατακτήσουν το πρωτάθλημα. Ομως, σύμφωνα με το βιβλίο, αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα, όσο λιγότερες ομάδες μονοπωλούν ένα πρωτάθλημα τόσο πιο ενδιαφέρον είναι! Μελετώντας αναλυτικά τους αριθμούς των φιλάθλων που παρακολουθούν διάφορα πρωταθλήματα, οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι φίλαθλοι προτιμούν ασύμμετρα πρωταθλήματα -όπου δηλαδή κυριαρχούν λίγες ομάδες- κι ο λόγος είναι απλός: Οι θεατές προτιμούν σε γενικές γραμμές συγκρούσεις τύπου Δαβίδ και Γολιάθ παρά πιο συμμετρικές καταστάσεις.

Ορισμένοι αναλυτές που δεν εννοούν να αποβάλουν τον αριστερισμό τους ακόμα και όταν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, κάνουν, γεμάτοι λύπη, βαθυστόχαστα σχόλια για το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο έχει γίνει «Μπιγκ Μπίζνες». Ομως για τους συγγραφείς του βιβλίου αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι το ποδόσφαιρο είναι η «χειρότερη επιχειρηματική δραστηριότητα στον κόσμο». Το 2008 μια μέση ποδοσφαιρική ομάδα στην Αγγλία είχε έσοδα 75 εκατομμύρια δολάρια -ψίχουλα μπροστά στα έσοδα μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ όπως η Tesco που είχε 3 δισεκατομμύρια»!

Οι ποδοσφαιρικές ομάδες διαφέρουν επίσης από τις άλλες επιχειρήσεις σε ένα σημαντικό σημείο: δεν χρεοκοπούν. Απ’ αυτή τη σκοπιά, οι ποδοσφαιρικές ομάδες θυμίζουν περισσότερο εφημερίδες, παρά νορμάλ επιχειρήσεις. Παρά το άθλιο μάνατζμεντ και τα χρέη που συσσωρεύονται κάθε έτος, εξακολουθούν να υπάρχουν -έστω και σε χαμηλότερη κατηγορία. Το 1923 υπήρχαν 88 ομάδες στο αγγλικό πρωτάθλημα. Σήμερα, 86 έτη αργότερα, το 97% αυτών των ομάδων εξακολουθεί να υπάρχει και στην πλειονότητά τους παραμένουν στην ίδια κατηγορία. Εντελώς διαφορετική είναι η εικόνα στον χώρο των επιχειρήσεων. Από τις 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 1912, το 1998 οι μισές είχαν πάψει να υπάρχουν!

Οι λόγοι για τους οποίους επιβιώνουν τα ποδοσφαιρικά σωματεία είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις, ακόμα και αν η τεχνολογία τους χειροτερέψει, εξακολουθούν να επιβιώνουν. Μια ομάδα, όπως π.χ. ο Ολυμπιακός, μπορεί να πουλήσει τους καλύτερους παίκτες της και θα επιβιώσει σε χαμηλότερη κατηγορία. Ομως μια εταιρεία δεν μπορεί να κάνει το ίδιο. Αν η Φίατ πουλήσει τους καλούς τεχνικούς και προσλάβει χειρότερους, που θα βγάζουν υποδεέστερα αυτοκίνητα, θα κλείσει. Το ίδιο θα συμβεί και αν η Λουφτχάνσα απολύσει τους καλούς πιλότους της και προσλάβει χειρότερους.

Τα χρέη

«Ομως πιστεύω ότι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο οι ποδοσφαιρικές ομάδες -και οι εφημερίδες- εξακολουθούν να διατηρούνται είναι επειδή τα χρέη τους συνήθως απορροφώνται από τους νέους ιδιοκτήτες, των οποίων τα κίνητρα είναι πολιτική εξουσία, δύναμη και κοινωνική αναγνώριση και όχι κατ’ ανάγκη η μέγιστη απόδοση του επενδυόμενου κεφαλαίου».

Επίσης, οι ποδοσφαιρικές ομάδες δεν οδηγούνται στη χρεοκοπία με την ίδια ευκολία που οδηγείται μια επιχείρηση: «Μπορείτε να φανταστείτε μια τράπεζα να πει στον Ολυμπιακό «αν δεν μας δώσετε τα λεφτά που μας χρωστάτε θα σας υποχρεώσουμε να χρεοκοπήσετε»; Η τράπεζα αυτή θα αντιμετώπιζε τη λαϊκή οργή και το κράτος θα ήταν υποχρεωμένο να επέμβει για να σώσει την ποδοσφαιρική ομάδα».

Ομως μια άλλη αποκάλυψη του βιβλίου, που θα έκανε κάθε οπαδό της Θύρας 13 ή της Ορίτζιναλ να ανατριχιάσει, είναι ότι η πολυθρύλητη αφοσίωση σε μια ομάδα είναι… μύθος! Το 92% των σημερινών οπαδών της Τσέλσι υποστήριζε άλλη ομάδα πριν από 8 χρόνια! Σε έρευνά τους που ξεκινά από τη δεκαετία του ’40 βρήκαν ότι το 50% των φιλάθλων δεν επιστρέφει στα γήπεδα την επόμενη χρονιά -είτε γιατί μεγάλωσαν είτε γιατί μετακόμισαν σε άλλη πόλη είτε γιατί δεν τους αφήνουν οι οικογενειακές και άλλες υποχρεώσεις. Ομως ο μύθος της ολοκληρωτικής αφοσίωσης διατηρείται ζωντανός.

«Ισως γιατί πρόκειται για ένα αφήγημα που αφορά ρίζες και ταυτότητα -μιας αιώνιας αγάπης για την ομάδα που υποστήριζε και ο πατέρας σου και ο παππούς σου, μιας αφοσίωσης που χάνεται στα βάθη του χρόνου». *

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

About Antikleidi Blog

Antikleidi blog antikleidiblog@gmail.com
This entry was posted in Γενικά. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s