Με λες ή μου λες; Το ανύπαρκτο άρθρο Μπαμπινιώτη

Δεν ξέρω αν το έχετε αντιληφθεί, αλλά ένας νέος αστικός μύθος σαρώνει το ελληνόφωνο διαδίκτυο, με ταχύτητα πυρκαγιάς σε ξερά χόρτα το καλοκαίρι. Πρόκειται για ένα δήθεν άρθρο του καθηγητή Μπαμπινιώτη στο Βήμα, όπου “δικαιώνεται” ο βορειοελλαδίτικος τύπος “Με λες”. Το κακό είναι ότι το άρθρο αυτό είναι ανύπαρκτο και ότι το κείμενο που αποδίδεται στον Μπαμπινιώτη περιέχει ένα σωρό ανακρίβειες. Παρακάλεσα τον αγαπητό Ηλεφούφουτο να γράψει μια κριτική στο ψευδομπαμπινιωτικό κείμενο. Εκείνος στην αρχή δίσταζε, αλλά όταν διαπίστωσε την έκταση που έχει πάρει ο αστικός μύθος, που αναδημοσιεύεται σε εκατοντάδες ιστολόγια και φόρουμ και σε αλυσιδωτά ηλεμηνύματα,  άλλαξε γνώμη και έγραψε ένα εξαιρετικό κομμάτι,  που το παρουσιάζω με καμάρι.

Το μόνο κακό είναι ότι επειδή πρέπει να παραθέσω και το ψευδομπαμπινιωτικό κείμενο, και επειδή ο Ηλεφούφουτος είχε όρεξη κι έγραψε πολλά (στο ιστολόγιο αυτό ενθαρρύνουμε την πολυλογία), το όλο ποστ βγαίνει μακρινάρι. Αλλά δεν πληρώνουμε και με τη λέξη, βρε αδερφέ.

 Λοιπόν, πρώτα το δήθεν άρθρο Μπαμπινιώτη, όπως κυκλοφορεί στις κυβερνορούγες:

Με λες” ή “Μου λες” ?

Άρθρο του (Αθηναίου) Καθηγητή Γεώργιου Μπαμπινώτη στο “ΒΗΜΑ”

“…Το όλο θέμα ξεκινά σε παλαιότερες εποχές, με την κατάργηση της δοτικής* οπότε και γεννιέται η ανάγκη να βρεθεί νέα λύση εκεί που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούταν η συγκεκριμένη πτώση. Έτσι, καθημερινές φράσεις όπως π.χ. το “λέγεις μοι” παύουν να υφίστανται και η γλώσσα αναζητά έναν νέο τρόπο έκφρασης. Στην Βόρειο Ελλάδα προτιμήθηκε η αιτιατική ενώ στην Νότιο Ελλάδα η γενική για να δώσουν (σε νεώτερα ελληνικά) “με λες” και “μου λες”, αντίστοιχα..

Και οι δύο αυτοί τύποι είναι σωστοί καθώς χρησιμοποιούνται κανονικότητα μέσα στους αιώνες από τους Έλληνες. Κατά μίαν άποψη η αιτιατική είναι πιο κοντά στην δοτική οπότε, όσο παράξενο και να ακούγεται, ο βορειοελλαδίτικος τύπος (με λες) θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι πιο δικαιολογημένος. Ο βασικότερος λόγος που σήμερα η σύνταξη με γενική θεωρείται ορθότερη (μου λες) είναι μάλλον επειδή η Νότιος Ελλάδα απελευθερώθηκε πρώτη και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στο νέο κράτος ήταν αυτή που μιλούσαν σε εκείνα τα μέρη.

Σήμερα, ειδικά μέσω των μέσων μαζική ενημέρωσης, έχει καθιερωθεί γενικότερα ο τύπος με την γενική. Το βέβαιο είναι πως έχει περάσει στο υποσυνείδητό μας ως ο ορθός τρόπος αν και αυτό όπως είδαμε δεν στέκει πραγματικά. Παρεμπιπτόντως, δυο από τους λογοτέχνες που έχουν γράψει με το συγκεκριμένο τρόπο είναι ο Κώστας Π. Καβάφης και ο Αθανάσιος Χριστόπουλος.

Ας μην ξεχνάμε το εξής σημαντικό: οι νοτιοελλαδίτες, που εκφράζουν τη δοτική μέσω γενικής λέγοντας “θα σου πω κάτι”, “θα της δώσω κάτι”, στον πληθυντικό διαπράττουν ακριβώς το “σφάλμα” που καταλογίζουν στα εκ Βορρά αδέλφια τους, και λένε: “θα σας πω κάτι”, “θα τους δώσω κάτι”. Χρησιμοποιούν δηλαδή αιτιατική! Επομένως, καθαρά από απόψεως ομοιογένειας, τα βόρεια ιδιώματα είναι πιο συνεπή διότι χρησιμοποιούν αιτιατική και στον ενικό και στον πληθυντικό….”

Και η απάντηση του Ηλεφούφουτου:

Συχνά απορώ πού βρίσκει ο πολυάσχολος, πολυγραφότατος και πολυπληθής οικοδεσπότης μας το κέφι και το χρόνο να ανασκευάζει με τη γνωστή του μεθοδικότητα κάθε αρλούμπα που διαδίδεται διαδικτυακά (όπα και η συνήχηση!) ή με μηνύματα από PC σε PC.

Όταν μου έδειξε το παραπάνω μήνυμα και μου είπε ότι το έλαβε από τρεις διαφορετικές πηγές, αναρωτήθηκα γιατί ν’ ασχοληθεί κανείς στα σοβαρά μαζί του. «Η απάτη είναι ολοφάνερη», είπα εγώ. Αποκλείεται να γράφτηκε από τον Μπαμπινιώτη, από οποιονδήποτε γλωσσολόγο, Αθηναίο ή Σαλονικιό, Έλληνα ή Γιαπωνέζο.

Κι αν δεν είναι ολοφάνερο, όπως λέω εγώ, μια απλή αναζήτηση ηλεκτρονικά στα αρχεία του Βήματος ή στο γκουγκλ με dolnet.gr αποδεικνύει ότι ποτέ δεν δημοσιεύθηκε στο Βήμα τίποτα τέτοιο.

Ναι, αλλά όταν γκούγκλισα το ίδιο το κείμενο και είδα πόσοι το έχαψαν το παραμύθι αμάσητο και το ανέβασαν στα ιστολόγιά τους σαν άρθρο, και καλά, του καθηγητή Μπαμπινιώτη, κάτι έπαθα. Κι όμως, επιμένω ότι η απάτη είναι καραμπινάτη.

Το ψάρι, βλέπεις, βρομάει απ’ το κεφάλι, και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που μου βρόμισε αμέσως είναι εκείνο το ρημάδι το «καταργήθηκε η Δοτική». Πώς να το εξηγήσω! Είναι σα να γράφει ένας εντομολόγος σε άρθρο του για εντομολογικό θέμα «αυτό το ζουζούνι» ή «αυτό το μαμούνι» αντί π.χ. «αυτό το κολεόπτερο». Από προσωπική εμπειρία ξέρω πόσο επέμενε ο Μπαμπινιώτης στις παραδόσεις του να μη χρησιμοποιούν οι φοιτητές ακατάλληλα, επιστημονικώς αδόκιμα ρήματα, όταν περιγράφουν γλωσσικά φαινόμενα (να μη λένε π.χ. το ο- στο οψάρι(ο)ν «χάθηκε» αλλά «σιγήθηκε»).

Ίσως όμως τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, γιατί επιπλέον το «καταργήθηκε» δίνει εσφαλμένες εντυπώσεις για το πώς γίνονται οι αλλαγές στη γλώσσα.

Μου θύμισε τον απόστρατο αξιωματικό που είχαμε κάποτε γείτονα, Θιος σχωρέστονα! Οπαδός της Καθαρεύουσας, πίστευε ακράδαντα ότι ο Θεός μάς είχε μουντζώσει από τότε που της γυρίσαμε την πλάτη. Νεοφώτιστος εγώ στα της ιστορίας της γλώσσας, πήγα να του μεταλαμπαδεύσω τις συστηματοποιημένες μου γνώσεις, τρομάρα μου, για να τον πείσω πόσο λογικό ήταν αυτό που έγινε, και πάνω στην κουβέντα τού είπα κιόλας ότι η δοτική ήταν έτσι κι αλλιώς νεκρή εδώ και πολλούς αιώνες. Με κοίταξε σαν χάννο, με το βλέμμα που λέει «κρίμα στα χρόνια που σε σπουδάζαμε!». Ακόμα ηχούν τα λόγια του στ’ αφτιά μου: «Ηλε-φούφουτε, παιδί μου, ποιους πολλούς αιώνες και κουραφέξαλα;! Ακόμα στα χρόνια μου τη διδασκόμασταν στο σχολείο!». Εκεί σήκωσα τα χέρια ψηλά.

Αν όμως για πολύ κόσμο (και όχι μόνο απόστρατους αξιωματικούς ή χωροφυλάκους), το Υπουργείο Παιδείας ή οποιοσδήποτε θεσμός μπορεί να διατηρεί ή να «καταργεί» πτώσεις, για τους γλωσσολόγους τα πράγματα δεν έχουν έτσι, και επιμένουν μάλιστα πολύ να το τονίζουν αυτό. Οι πτώσεις δεν καταργούνται. Μια πτώση εγκαταλείπεται σταδιακά, καθώς η γλώσσα αναδιοργανώνεται στο ονοματικό και στο ρηματικό της σύστημα και οι ομιλητές χρησιμοποιούν σιγά σιγά μα όλο και συχνότερα άλλους τρόπους για να πουν όσα έλεγαν πρωτύτερα με την πτώση αυτή. «Υποχώρησε βαθμηδόν» και «υποκαταστάθηκε μορφολογικώς» είναι για την ακρίβεια η διατύπωση του Μπαμπινιώτη σχετικά στο βιβλίο του για την Ιστορία της Ελληνικής, «περιορίζεται η χρήση της δοτικής, για να εγκαταλειφθεί βαθμιαία» λέει ο Χριστίδης στη δική του «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας». Δηλαδή το αντίστροφο από ό,τι λέει το κείμενο-απάτη, το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ παρουσιάζει τη διαδικασία ως εξής: Πρώτα κάποιος έβγαλε φιρμάνι ότι καταργείται η δοτική, κι απ’ την άλλη μέρα οι Έλληνες εναγώνια κατέφευγαν όπου έβρισκε ο καθένας (άλλος στη γενική, άλλος στην αιτιατική), για να εκφράσουν όσα εξέφραζαν μέχρι την προηγούμενη μέρα με την απαγορευμένη πτώση!

Πολλά έγραψα γι’ αυτό. Μπορώ να κάνω ακόμα και τον ντέτεκτιβ και να αναρωτηθώ αν τα «αναζητά» (αντί «αναζητεί») και το «χρησιμοποιούταν» ανήκουν όντως στην ιδιόλεκτο του συγκεκριμένου γλωσσολόγου, όταν γράφει, ή να πω ότι αυτό το «σε νεώτερα ελληνικά» αδέξιο μού φαίνεται, αλλά γιατί να το κάνω;

Δεν υπάρχει λόγος να το κάνω όταν βλέπω στο κείμενο αυτό δυο χονδροειδείς κοτσάνες:

Η μια: «Κατά μίαν άποψη η αιτιατική είναι  πιο κοντά στην δοτική». Κατά ποιαν άποψη ακριβώς; Ποιος γλωσσολόγος μπορεί ποτέ να ισχυριστεί ότι μια πλάγια πτώση Α είναι πιο κοντά σε μια πλάγια πτώση Β από ό,τι μία τρίτη;! Έννοια εγγύτητας των πτώσεων δεν υπάρχει.

Η άλλη βρίσκεται στο τέλος:  Ο ψευδο-Μπαμπινιώτης χαρακτηρίζει αιτιατικές τα σας και τους στις φράσεις “θα σας πω κάτι” και “θα τους δώσω κάτι”, άρα, λέει, τα βόρεια ιδιώματα είναι πιο συνεπή. Αυτό όμως το λάθος ούτε απλός φοιτητής φιλολογίας δεν το κάνει. Μια ματιά στη μέχρι χτες σχολική γραμματική του Τριανταφυλλίδη φτάνει για του λόγου το αληθές: ονομαστική εσείς, γενική εσάς και σας· ονομαστική αυτοί, γενική αυτών και τους! Με άλλα λόγια η γενική πληθυντικού συμπίπτει με την αιτιατική πληθυντικού, δεν είναι αιτιατική πληθυντικού.

Αγαπητέ οικοδεσπότα, παρ’ όλα αυτά ίσως να μην αξίζει να δώσει κανείς μεγαλύτερη έκταση σε αυτή την απάτη. Προσωπικά την κατατάσσω στα «αθώα ψέματα» και όχι στα δολερά, όπως ο ψευδο-Ισοκράτης του Ελεύθερου Τύπου. Στο κάτω-κάτω τι ήθελε να μας πει με την άτσαλη λαθροχειρία του αυτός που κυκλοφόρησε το κείμενο; Κάτι που είναι όντως κοινός τόπος και στη γλωσσολογία, ότι δηλαδή η τυποποιημένη Ελληνική που δεχόμαστε σήμερα ως επίσημη, αυτή που οι γλωσσολόγοι ονομάζουν «Κοινή Νέα Ελληνική», βασίστηκε στα νότια ιδιώματα για λόγους ιστορικούς και οπωσδήποτε εξωγλωσσικούς, όχι δηλαδή επειδή τα νότια ιδιώματα ήταν φύσει ανώτερα από τα βόρεια. Και όντως ο ρόλος των ΜΜΕ καμιά φορά είναι ισοπεδωτικός.

Αυτά είναι πράγματι συμβάσεις, κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται μειωμένος, αν το ιδίωμά του διαφέρει σε κάτι από τη νόρμα, και βλάκας μεγάλος είναι όποιος κοροϊδεύει τον άλλον επειδή μιλάει όπως έμαθε απ’ τη μάνα του! Τώρα αν ο ψευδο-Μπαμπινιώτης το παρατραβάει και λίγο και θέλει ίσως να βγάλει τα βόρεια ιδιώματα καλύτερα από τα νότια, ας μη χολοσκάμε γι’ αυτό! Συνέχεια γνωρίζω ανθρώπους, και Έλληνες και ξένους, που ισχυρίζονται ότι το ιδίωμά τους είναι καλύτερο και λένε «εμείς μιλάμε τα Χ (όπου Χ είναι η γλώσσα της χώρας τους) καλύτερα» ή «τα δικά μας Χ είναι τα πιο καθαρά» ή «τα πιο κοντινά στα παλαιά Χ» (αρχαία Χ έχουν ως γνωστόν μόνο οι Έλληνες!).  Ανώδυνος ναρκισσισμός! Κι εγώ μπορεί να στέκομαι πού και πού στον καθρέφτη και να καμαρώνω το θέαμα, γιατί το τραβάει ο οργανισμός μου. Καμία καλή υπηρεσία δεν μου προσφέρει ο εξυπνάκιας που θα έρθει και θα μου πει: «Ναι, αλλά η μύτη σου δεν είναι ίσια. Την ουλή την είδες;  Ο απέναντι δεν την έχει». Το πολύ πολύ να μου χαλάσει τη διάθεση και να τον αποφεύγω στο εξής. Τώρα βέβαια αν έρχονται επιτήδειοι και εκμεταλλεύονται τον ανώδυνο ναρκισσισμό με δόλο, τότε όντως να ξεσπαθώσουμε, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον στην πλάκα βλέπω να γίνονται συζητήσεις στα ιστολόγια που έχαψαν τον ψευδο-Μπαμπινιώτη.

Στο βορειοελλαδίτη με τον πληγωμένο εγωισμό, που κάθισε κι έγραψε τον ψευδο-Μπαμπινιώτη, εγώ θα έλεγα μόνο τα παρακάτω:

Πρώτον, τα καλά παιδιά δεν λένε ψέματα.

Δεύτερον, να μην αισθάνεσαι πληγωμένος και αδικημένος! Οι πραγματικές αδικίες στη ζωή είναι άλλες. Κι αν η επίσημη Ελληνική ήρθε και πάτησε πάνω στα νότια ιδιώματα, μη φαντάζεσαι ότι μόνο εσύ, ο βόρειος, έχεις να αλλάξεις κάτι από τις γλωσσικές σου συνήθειες, σε επίσημες πανελλήνιες περιστάσεις. Βλέπεις, τα επίσημα Ελληνικά βασίστηκαν μεν στα νότια ιδιώματα, τα επίσημα Ελληνικά όμως δεν είναι κανένα από τα νότια ιδιώματα! Κάθε ιδιωματικός τύπος μπορεί να φαντάζει περίεργος, είτε βόρειος είτε νότιος. Έτσι συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες. Τα επίσημα Ιταλικά π.χ. μπορεί να βασίστηκαν στα Φλωρεντίνικα, φαντάζει αστείο όμως σε πολλούς Ιταλούς, που μόνο στο τυποποιημένο έχουν συνηθίσει, όταν ακούνε Φλωρεντίνους να μιλούν το ιδίωμά τους και προφέρουν το κ σαν άχνα, όταν βρίσκεται ανάμεσα σε φωνήεντα. Ξέρω έναν Ιταλό  υπερευαίσθητο, που αυτό το βρίσκει ανυπόφορο! Έτσι και τα επίσημα Γερμανικά, μπορεί μεν να βασίστηκαν στα Γερμανικά του Ανοβέρου, οι κάτοικοι όμως του Ανοβέρου, όταν θέλουν να πουν «θα χρειαζόμουν» λένε μόνο „ich würde brauchen” και όταν ακούνε την επίσημη γερμανικούρα „ich bräuchte” βγάζουν καντήλες.

Και για να το φέρω στα δικά μας, έχω την εντύπωση ότι λίγα ιδιωματικά στοιχεία είναι τόσο «στιγματισμένα» κοινωνιογλωσσικά όσο ένα νότιο καρανότιο στοιχείο: η ουρανική προφορά του λάμδα και του νι παντού και πάντα πριν από το -ι- , όταν δηλαδή η γλώσσα καμπουριάζει και έρχεται να κολλήσει ασφυκτικά στον ουρανίσκο με κάθε -ι- που ακολουθεί, και για όποιον δεν κατάλαβε ακόμα, όπως πρόφερε το λι και το νι  η Αμαλία στο «Παρά Πέντε». Μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά γινόταν γελοία επειδή μιλούσε μοραΐτικα!

Χρόνια σημείωνα ποια ιδιωματικά στοιχεία «στιγματίζονταν» στις κωμωδίες και τα σίριαλ (το «Αλαλούμ» του Χάρυ Κλυνν, η Λαρισαία στον «Κακό Βεζίρη» κλπ.). Την απήχηση που είχε το εύρημα με την Αμαλία δεν την είχε κανένα. Εκτός κι αν πιστέψω ότι η απήχηση ήταν μια καλοστημένη πλεκτάνη του Καπουτζίδη, για να εκδικηθεί, επειδή κι αυτός Σερραίος είναι. Ίσως μάλιστα και ο ψευδο-Μπαμπινιώτης που μας απασχολεί να είναι το δεύτερο μέρος ενός τέτοιου καταχθόνιου σχεδίου . 

Το κείμενο μιλάει και για το «κοινωνικό υποσυνείδητο», κι εγώ έρχομαι να διαπιστώσω με τη σειρά μου πώς έχει περάσει στο «κοινωνικό υποσυνείδητο» ο Μπαμπινιώτης. Κάτι σαν ο θεσμικός γλωσσολόγος. Τώρα σκέφτομαι όμως ότι η κουβέντα θα πάει και στο τι οδήγησε σ’ αυτό, ποιες ήταν οι συνέπειες αυτού για το κοινό αλλά και για τον ίδιο, και σταματάω εδώ με το εξής χαριτωμένο: Τρεις φορές έχω λάβει στο παρελθόν με η-μέιλ ένα mp3 με την παρωδία των τηλεοπτικών πεντάλεπτων του Κριαρά από το Χάρυ Κλυνν σ’ ένα δίσκο του της δεκαετίας του ’80 (Ξέρετε, εκείνο με τους ηχολήπτες που σε όλη τη διάρκεια της εκπομπής λένε ο ένας τον άλλον ‘μαλάκα’).  Και τις τρεις φορές ο τίτλος του file ήταν «mpampiniwtis.mp3». Όποιος ξέρει λίγο πρόσωπα  και πράγματα από την ελληνική γλωσσολογία γελάει με αυτή την ταύτιση. Έτσι είναι το «κοινωνικό υποσυνείδητο». Σαν την ετυμολογία και την παρετυμολογία! Η λογική του δεν είναι καθόλου τετράγωνη!

http://sarantakos.wordpress.com/2009/03/09/melesmpampiniotis/

About Antikleidi Blog

Antikleidi blog antikleidiblog@gmail.com
This entry was posted in Γενικά. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s