Έγιναν χριστιανοί οι Ολύμπιοι κι ενθάδε κείνται ασφαλείς*

Το θέμα της καταστροφής των αρχαίων ναών και έργων τέχνης αποτελεί κομμάτι μιας μακράς και πολυσύνθετης διαδικασίας που αποκαλούμε συμβατικά εκχριστιανισμό του αρχαίου κόσμου. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η βεβήλωση και δήωση ενός αρχαίου ναού θα ήταν ένα φοβερό γεγονός για εκείνους που το διέπραξαν ή υπήρξαν μάρτυρές του. Ιεροί τόποι και αγάλματα, αντικείμενα λατρείας και θρησκευτικής αφοσίωσης για αιώνες, υπέκυπταν στις καταστροφικές διαθέσεις φανατισμένων χριστιανών ή κάποιων κρατικών αξιωματούχων οι οποίοι τα απογύμνωναν από τους πολύτιμους θησαυρούς τους με σκοπό να εμπλουτίσουν τις συλλογές τους με έργα καλλιτεχνικής αξίας. Τέτοια περιστατικά κατάφεραν αναμφίβολα ισχυρό πλήγμα στην πίστη των οπαδών της παραδοσιακής λατρείας και ταυτόχρονα όπλιζαν τους αντιπάλους τους με θεϊκά σημεία στον αγώνα τους κατά των αρχαίων δαιμόνων. Παράλληλα, ο φόβος των διώξεων και του απειλούμενου κοινωνικού αποκλεισμού ανάγκαζε τους εθνικούς να εκτελούν τα λατρευτικά τους καθήκοντα με προφυλάξεις ή να αναζητούν ψυχική παρηγοριά σε πνευματικότερες μορφές θρησκευτικότητας, μακριά από τους γνώριμους δημόσιους ιερούς τόπους.

Περιγραφές καταστροφών και δηώσεων αρχαίων ναών και αγαλμάτων από χριστιανούς, συχνά υπό την καθοδήγηση σκληροπυρηνικών επισκόπων, όπως και περιστατικά αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ χριστιανών και εθνικών δεν λείπουν από τις αρχαίες πηγές. Οι αυτοκρατορικές αρχές συχνά επε-νέβαιναν για να προστατέψουν την κοινωνική ειρήνη, ενώ σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις προσπαθούσαν να προστατέψουν τα μνημεία αυτά από άσκοπους βανδαλισμούς. Παράλληλα, μια μικρή ομάδα μορφωμένων χριστιανών θα διαμαρτυρηθεί για τις πράξεις αυτές και θα επιδείξει ανεκτικότητα απέναντι στα μνημεία.

Η κρατούσα άποψη θέλει τον εκχριστιανισμό της ηπειρωτικής Ελλάδας να είχε συμβεί αργότερα και με λιγότερο βίαιο τρόπο από ό,τι σε άλλες περιοχές κυρίως της Ανατολής (Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο). Αυτό οφειλόταν στην προσκόλληση του ντόπιου πληθυσμού στις αρχαίες θρησκείες, συνέπεια πιθανώς της απουσίας πρώιμου μοναχισμού στην περιοχή αυτή (μοναχοί συχνά αναφέρονται στις πηγές ως υπαίτιοι τέτοιων καταστροφών και του συστη-ματικού προσηλυτισμού της υπαίθρου), του μικρού ενδιαφέροντος της κεντρικής εξουσίας για την συγκεκριμένη επαρχία, καθώς και της αίγλης που α-σκούσε το ένδοξο παρελθόν στην συνείδηση των κατοίκων της παλαιάς Ελλάδας. Η παρουσία των φιλοσοφικών σχολών στην Αθήνα και των ισχυρών πολυθεϊστών σχολαρχών τους υπήρξε αναμφίβολα ένας επιπλέον μοχλός αντίστασης στην εφαρμογή των αντιπαγανιστικών αυτοκρατορικών διατάξε-ων. Νεώτερα στοιχεία έδειξαν ότι παραδοσιακές θρησκευτικές εορτές όπως τα Παναθήναια, τα Ολύμπια και τα Νέμεα συνέχιζαν να τελούνται μέχρι τις αρχές του πέμπτου αιώνα έχοντας ωστόσο υποστεί την εκκοσμίκευσή τους (δηλαδή την αφαίρεση από το τελετουργικό τους της απόδοσης τιμών στους αρχαίους θεούς). Από την άλλη, είναι βέβαιο ότι στον ελλαδικό χώρο σημειώθηκαν καταστροφές ναών και αγαλμάτων με καθαρά θρησκευτικά κίνητρα, χωρίς ωστόσο να λάβουν την μορφή ενός μαζικού φαινομένου. Πρόκειται λοιπόν για μια εικόνα σύνθετη που δεν επιδέχεται εύκολα απλουστεύσεις και δεν διαφέρει ουσιαστικά από ό,τι γνωρίζουμε για τις ελληνικές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας και των νησιών του Αιγαίου.

Η μετατροπή αρχαίων ναών σε εκκλησίες υπήρξε γενικά μεμονωμένο γεγονός. Οι περισσότεροι ναοί, υπό το βάρος της γενικής απαγόρευσης των θυσιών και των αλλεπάλληλων νόμων που όριζαν το κλείσιμό τους, φαίνεται πως σταδιακά εγκαταλείφθηκαν. Συχνά μάλιστα μετατρέπονταν σε νταμάρια όπου γινόταν συστηματική υφαρπαγή του οικοδομικού τους υλικού.

Η ερμηνεία του φαινομένου αυτού ωστόσο έχει κατά κάποιο τρόπο διχάσει τους ιστορικούς καθώς η συζήτηση αυτή άπτεται και του γενικότερου προβληματισμού για την πρόσληψη του κλασικού παρελθόντος στο Βυζάντιο. Κάποιοι παλαιότερα υπερτόνιζαν την έννοια της συνέχειας στον χώρο, τα έθιμα και το περιεχόμενο της λατρείας (Αθηνά Παρθένος-Παναγία Παρθένος, Διόνυσος-Αγ. Γεώργιος κ.λπ.), ενώ άλλοι το ερμήνευαν ως μια πράξη απόλυτης ρήξης και απόρριψης του παρελθόντος οι δεύτεροι μάλιστα τόνιζαν ότι σε πολλές περιπτώσεις η ανέγερση της εκκλησίας ακολουθούσε μια περίοδο μακροχρόνιας εγκατάλειψης των ναών και συνεπώς η οποιαδήποτε σχέση με την προηγούμενη χρήση του χώρου είχε σκοπίμως καταδικαστεί σε λήθη. Απέναντι σε αυτές τις δύο αντίθετες τάσεις, η σύγχρονη μελέτη του φαινομένου επιλέγει την λεπτομερή ανάλυση της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η προσεκτική αναζήτηση των συνθηκών που οδήγησαν στην αλλαγή χρήσης των κτιρίων, μιας αποστολής ιδιαίτερα δύσκολης εξαιτίας της συχνής έλλειψης αρχαιολογικής τεκμηρίωσης και απουσίας γραπτών αναφορών.

Ο Παρθενώνας

Τα στοιχεία που έχουμε στην διάθεσή μας συντείνουν στο ότι ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε εκκλησία τον ύστερο πέμπτο ή έκτο αιώνα. Το λατρευτικό άγαλμα της Αθηνάς δεν καταστράφηκε, αλλά μεταφέρθηκε μαζί με άλλα διάσημα αγάλματα στην Κωνσταντινούπολη. Ο Παρθενώνας ωστόσο αντιπροσωπεύει ένα μοναδικό παράδειγμα για την σχέση της κλασικής αρχαιότητας με το Βυζάντιο, κάτι που μόλις τελευταία φαίνεται να ανακαλύπτουμε.

Αρκεί κανείς να σταθεί σε δύο μόνο σημεία. Είναι γνωστό ότι ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε εκκλησία με ελάχιστες αρχιτεκτονικές τροποποιήσεις. Είναι επίσης ο μοναδικός αρχαίος ναός που γνωρίζουμε που διατήρησε στην θέση τους και σχεδόν ακέραια τα γλυπτά των αετωμάτων του (και την ζωφόρο) μέχρι τα νεώτερα χρόνια. Ο ιστορικός Α. Καλδέλλης στο νέο του βιβλίο για τον χριστιανικό Παρθενώνα** παρατηρεί πως «η διατήρηση των αετωμάτων έχει σαφώς μεγαλύτερη σημασία από την απολάξευση των μετοπών καθώς το δεύτερο ήταν το αποτέλεσμα μιας σύντομης πράξης (την οποία αδυνατούμε να χρονολογήσουμε αλλά ούτε μπορούμε κατ’ ανάγκη να υποθέσουμε ότι συνέπεσε με την μετατροπή του ναού), ενώ το πρώτο μαρτυρεί διαρκή ανοχή καθόλη την διάρκεια της βυζαντινής και μεσαιωνικής περιόδου και πιθανώς κάτι περισσότερο από αυτό».

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο προέρχεται από ένα βυζαντινό κείμενο το οποίο συνδέει τον Παρθενώνα με ένα χρησμό του Απόλλωνα που υπήρχε υποτίθεται χαραγμένος δίπλα στον ναό. Σε αυτόν ο Απόλλωνας προφήτευε ότι ο ναός ανήκε πραγματικά στην Θεοτόκο Μαρία! Ο χρησμός αυτός φαίνεται πως ήταν αρκετά διαδεδομένος και είχε χρησιμοποιηθεί από χριστιανικούς κύκλους σε ανάλογες περιπτώσεις. Σκοπός του ήταν αφενός να εξηγήσει την αλλαγή αυτή στους μη χριστιανούς με παραδοσιακούς όρους (βάζοντας δηλαδή τον χρησμοδότη θεό Απόλλωνα να προοικονομεί την επικράτηση του χριστιανισμού) και αφετέρου να καταστήσει το ειδωλολατρικό παρελθόν του μνημείου μέρος του χριστιανικού παρόντος.

Αναφέραμε και προηγουμένως ότι μόνο ένας μικρός αριθμός αρχαίων ναών μετατράπηκαν σε εκκλησίες, ενώ στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτών οι ναοί είχαν προηγουμένως κατεδαφιστεί ή εγκαταλειφθεί για μακρό χρονικό διάστημα πριν μετατραπούν σε εκκλησίες. Η απάντηση στο γιατί ο Παρθενώνας και κάποιοι ακόμα αρχαίοι ναοί της πόλης αποτέλεσαν εξαίρεση ίσως βρίσκεται στο ότι η Αθήνα δεν ήταν μια συνηθισμένη πόλη της ύστερης αρχαιότητας. Τα αρχαία μνημεία της εξέφραζαν το ιδανικό του κλασικού παρελθόντος όχι μόνο για τους εθνικούς κατοίκους της, αλλά και για ένα κύκλο χριστιανών λογίων που μελετούσαν τα κλασικά κείμενα, αρκετοί μάλιστα από αυτούς είχαν φοιτήσει στις διάσημες φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας. Μήπως λοιπόν αυτοί να βρίσκονταν πίσω από την ιδιορρυθμία του Παρθενώνα;

Αν και οι διώξεις κατά Αθηναίων εθνικών και μνημείων φαίνεται πως δεν έλειψαν εντελώς (ο ναός του Ασκληπιού στην Αθήνα ίσως καταστράφηκε βίαια από χριστιανούς), ο θρίαμβος του χριστιανισμού στην πόλη της Αθήνας υπήρξε ασυνήθιστα συμβιβαστικός απέναντι στο μη-χριστιανικό παρελθόν της. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Αθήνα είναι η μοναδική πόλη της αρχαιότητας που διατήρησε το αρχαίο ειδωλολατρικό της όνομα μέχρι τα νεώτερα χρόνια. Για τον χριστιανό των πρώιμων βυζαντινών χρόνων ο Παρθενώνας διακήρυττε την νίκη της Θεοτόκου έναντι της Αθηνάς, για τον Αθηναίο μετουσίωνε το ένδοξο παρελθόν της πόλης του και για τον Αθηναίο χριστιανό και τα δύο μαζί. Σε αυτά τα διαφορετικά μηνύματα που εξέπεμπε ο χριστιανικός Παρθενώνας στον βυζαντινό άνθρωπο όφειλε την φήμη του κατά την μέση και ύστερη βυζαντινή εποχή, μας εξηγεί ο Καλδέλλης. Αντίστοιχα παραδείγματα συνέχειας της κλασικής παράδοσης στον βυζαντινό κόσμο μπορεί να συναντήσει κανείς ακόμα πολλά.

Είναι πραγματικό δυστύχημα που η ιστορία του χριστιανικού, μεσαιωνικού και νεότερου Παρθενώνα απουσιάζει πλήρως από τις αίθουσες του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης κάνοντας την ονομασία του ίδιου του μουσείου να μοιάζει παραπλανητική (Ακρόπολη = αρχαιότητα).

*Στίχος από επίγραμμα του εθνικού ποιητή Παλλαδά από την Αλεξάνδρεια (4ος αι.) σε απόδοση Π. Μπουκάλα.

**A. Kaldellis, The Christian Parthenon. Classicism and Pilgrimage in Byzantine Athens, Cambridge University Press, 2009

Γράφει: Γιώργος Δεληγιαννάκης

Ο Γεώργιος Δεληγιαννάκης είναι λέκτορας Ιστορίας στο Ανοικτό Πανεπιστημίο Κύπρου.

Πηγή: http://www.apopsi.com.cy/2010/01/2342/

About Antikleidi Blog

Antikleidi blog antikleidiblog@gmail.com
This entry was posted in Θρησκεία, Ιστορία και μύθοι. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s