Ζητήματα Γραμματικής (Σκέψεις – Απόψεις “Heidelbergensiae”)

Ένας φίλος τις προάλλες μού θύμισε τον δάσκαλό μας που έλεγε:  “Να προσέχετε βρε, με ένα λάθος κόμμα μπορεί και να χαθεί όλη η Σύνταξη!”…κι εμείς οι ανόητοι νομίζαμε ότι μας μιλούσε για Γραμματική.

Δραπέτευσα που λες μια φορά ακόμη από την εγχώρια κατήφεια για να βρεθώ και πάλι στην Χαϊδελβέργη. Οι Γερμανοί, καθώς ξέρεις, είναι κάποιοι με-το-αζημίωτο-φίλοι μας, που δεν αρνούνται να μας δανείσουν μερικά ευρώπουλα, αλλά έχουν μια παραξενιά: αντιπαθούν τα «δανεικά κι αγύριστα» και τα θέλουν επαναπατριζόμενα εν ευθέτω μεν χρόνω, αλλά καλοθρεμμένα. Ο χαρισματικός Αρχηγός μου δεν έχει καμιάν αντίρρηση να τιμήσει τους γενναιόδωρους “φίλους” μας καταδεχόμενος τα ψιλά τους. Λέει όμως:

-Φέρτε εσείς εδώ τα ευρώπουλά σας, και μην ανησυχείτε, θα τα φροντίσω εγώ. Έχω κάτι αετονύχηδες που σου κάνουν το Χρηματιστήριο Καραγκιόζ μπερντέ στο πιτς φυτίλι. Με κάτι ταχυ-δακτυλουργίες τού τύπου “εδώ το Ευρώ, εκεί το Ευρώ, πού είναι το Ευρώ ;”, κάνουν τα ευρώπουλα αόρατα. Και όταν το χρέος θα έχει γίνει τόοοσο και με το συμπάθιο, θα σας το επιστρέψουν καλοθρεμμένο οι συνταξιούχοι, άντε και όσοι μισθωτοί δεν έχουν το επίπονο και θεάρεστο καθήκον να με στηρίζουν, μέσα από τον ξεχειλωμένο αλλά εν ταυτώ Στενό Δημόσιο Τομέα, τις ανιδιοτελείς ΜΚΟ, τα ευαγή και αντικειμενικά Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης όπως τα κανάλια και οι εφημερίδες τών εργολάβων τής διαπλοκής.

– Και γιατί παρακαλώ να τα πληρώσουμε εμείς και όχι αυτοί που εξέθρεψαν το χρέος ; ερωτούν αφελώς οι ούτω καθιστάμενοι περιούσιοι συνταξιούχοι. 

– Πρώτον , απαντά ο Αρχηγός, δεν έχετε δικαίωμα δια να ερωτάτε, διότι εδώ δεν παίζουμε την κολοκυθιά αλλά αμυνόμεθα περί πάρτης κατά το ομηρικό ρητό. Δεύτερον, σύμφωνα με το φαεινό επίγραμμα τού αειμνήστου Τρίτου Ράϊχ, «Η Εργασία απελευθερώνει», και εσείς ως απολαμβάνοντες του ευεργετήματος της εργασίας (είς ανά οικογένεια) είστε ελεύθεροι να πληρώνετε. Σκεφθείτε πόσοι συνάνθρωποί σας είναι “ουδείς ανά οικογένεια” και δεν έχουν δυστυχώς καμιάν άλλην ελευθερία συνεισφοράς εκτός από τα ψιλο-χαράτσια της ΔΕΗ και μιαν ασήμαντη ντουζινούλα τέλη! Και δεν θέλω αυθάδειες του τύπου «και γιατί να ελευθερώνει εμάς η εργασία, και όχι τον Στενό Δημόσιο Τομέα; », διότι όπως λέγει και ο υπερευτραφής υπαρχηγός μου με το ινδιάνικο όνομα η Αρκούδα-που-μαζί-τα-φάγαμε, όπως βεβαιώνει λοιπόν αυτός, στον Στενό Δημόσιο Τομέα το 75 τοις εκατό δεν εργάζεται δια τα κοινά (και άμα δυσαρεστηθεί με επιβαρύνσεις δεν θα εργάζεται για αυτό που διορίστηκε). Το υπόλοιπο 25 τοις εκατό δουλεύει (και άμα δυσαρεστηθεί τότε ποιος θα βγάζει τη δουλειά). Αυτά όμως είναι μπερδεμένα πράγματα, και εγώ δεν θέλω να κουράζεστε εσείς για το ξεμπέρδεμα. Σκέφτομαι εγώ πριν από εσάς για σας, αλλά δεν θέλω να μου έχετε υποχρέωση. Το δημοκρατικό καθήκον μου επιτελώ, και το κάνω αυτό χωρίς να σφίγγομαι!

– Οι υπήκοοι όμως το βιολί τους: Δεν μπορώ να καταλάβω, μου έλεγε κάποια σεμνεπίσεμνη φίλη μου. Με πήρε ο σωτήρας μου στην αγκαλιά του πριν δυο χρόνια, λίγο χαϊδεμένη από τους προηγούμενους σωτήρες μου. Θα με πηδάνε εφεξής –λέει- οι νταβατζήδες που δεν έδιωξε ο καρα-προηγούμενος, και οι τοκοζήτουλες που μας έφερε αυτός ο παπα-σωτήρας μου, θα με πηδάνε που λες όλοι τους με μανία μέχρι 2020 για να ξανα-γίνω ολίγον χαϊδεμένη παρθένα όπως ήμουνα όταν με πήρε στην αγκαλιά του. Γατί μωρέ δεν με άφηνε όπως ήμουνα να το απολαμβάνω κι όλας ;.

– Διότι το ζητούσε και ο οργανισμός σου, τής λέω εγώ, και άλλωστε κάποιοι τα απολαμβάνουν αυτά. Δεν βλέπεις πώς τον χειροκροτούν ενθουσιωδεις και όρθιοι κάθε φορά που ανακοινώνει καινούργιο πήδημα;

– Ναι, λέει η φίλη μου. Τον χειροκροτούν, διαμαρτυρόμενοι όμως εν ταυτώ!

– Και ο Martin Luther, ο Λούθηρος ντε, τής λέω εγώ, διαμαρτυρόταν που ο Πάπας έκαιγε στην πυρά όποιον διαφωνούσε, όχι όμως για να σταματήσει ο Πάπας τις πυρές, αλλά για να έχει και αυτός το δικαίωμα να καίει όποιον τού πήγαινε κόντρα. Δεν τί τράβηξε απ’ αυτόν ο Zwingli (εν ταυτώ)!

Όμως, τί λέγαμε; Α ναι!, μιλούσαμε για την Χαϊδελβέργη. Ξεκίνησα λοιπόν εκείνο το πρωί την αγαπημένη μου βόλτα, ανηφορίζοντας το Philosophenweg κάτω από έναν αναιμικό αλλά φιλόξενο ήλιο, σε μια βλάστηση που πάει προς στιγμήν να σε ξεγελάσει ότι ήρθε η άνοιξη στο καταχείμωνο. Όταν έφθασα απέναντι από το κάστρο, πήρα με προσοχή την κουτρουβάλα προς την παλιά γέφυρα πάνω από τον Neckar. Την μοναδική γερμανική γέφυρα που δεν βομβαρδίστηκε στον πόλεμο, αλλά την γκρέμισαν οι κάτοικοι για να είναι ασορτί με τις γκρεμισμένες! Πέρασα απέναντι και χώθηκα στην φιλόξενη παλιά γειτονιά με τα γραφικά στενά και τις παλιές γραφικές μπυραρίες που οι ανεπρόκοποι Γερμανοί δεν τις έδωσαν αντιπαροχή για πολυκατοικίες, κι έτσι μπορούμε να απολαμβάνουμε την μπύρα μας σε κάποιο τραπεζάκι ανάμεσα στα τεράστια ιστορικά μπυροκάζανα. Καθώς όμως δεν είχα χρόνο για παρασπονδίες, έστριψα πρώτα δεξιά στην Hauptstrasse, λίγο πιο πέρα έστριψα αριστερά, και έφθασα στον πανεπιστημιακό προορισμό μου ως πανευτυχής θεατής τής απονομής διδακτορικών τίτλων. Ανάποδη διαδρομή, θα μου πεις, αφού για να προκόψεις πρέπει να ξεκινήσεις Αριστερά, και ύστερα να πας Δεξιά, κι αν κάτι δεν σου βγει καλάτότε πατάς και λίγο Άκρα Δεξιά, έτσι ώστε να έχεις κάποιον για να φορτώνεις κατόπιν σ’ αυτόν τις στραβές σου.

Μετά το πέρας τής τελετής και πριν πάμε στον μπουφέ, πήρε το μάτι μου στην αυλή έναν από τους καθηγητές τής απονομής, να ξεκλειδώνει το ποδήλατό του από την κολώνα όπου το είχε ασφαλίσει, και να παίρνει δρόμο.

– Κακόμοιροι Γερμανοί! λέω. Σας πήραμε τις Μερσεντέ και τα Καγιέν και μείνατε ρέστοι με τα ποδήλατα. Ακόμη και οι διδάκτορες των διδακτόρων, ώ καημένοι διδάκτορες!

– Και όχι μόνο αυτό, μού λέει ανήσυχος ένας επιτόπιος ποδηλατούχος. Τα κλειδώνουμε κι όλας γιατί ακούστηκε ότι τελευταία, έχουν αρχίσει να γίνονται τής μόδας στην Ελλάδα!.

Στον μπουφέ, με ένα ποτήρι σαμπάνιας στο ένα χέρι και ένα κατιτί “for the fine art of masoulima” στο άλλο, προσπαθούσα να ικανοποιήσω την νοσηρή περιέργεια κάποιων ιθαγενών φίλων για την αλλαξοπρωθυπουργία στη χώρα μου.

– Τί να σας πω βρε παιδιά; Αυτά που με ρωτάτε δεν πάνε με ορθοστήσιμο και αφρώδη. Θέλουν καφέ, καναπέ, και ξηροί καρποί (Αξιώτικη σύνταξη όπως «τους μαστόροι»). Επί τού θέματος πάντως, τους έλεγα ότι δεν βλέπω να άλλαξε κάτι ουσιαστικό στα πολιτικά μας πράγματα. Οι αλλαγές ήσαν μόνο ζήτημα ρητορικής ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό τού προφήτου Chomsky λέγοντος ότι ο φασισμός του 21ου αιώνα θα επιβληθεί με επικοινωνιακούς όρους και μεθόδους. 

Και δηλαδή; Με ερωτούν οι φιλομαθείς αλλοδαποί.

– Να! τους λέω. Είχα κυβέρνηση τού Papadjimou. Στην Σύνοδο όμως τής Νικαίας, το ντουέτο Μαρκοζύ-Μέρκελ αποφάσισε την απόσυρση τού γράμματος J (όπως Jeffrey), και έτσι, τώρα έχω κυβέρνηση τού Papadimou. Όλα τα άλλα γράμματα ή αγράμματα στοιχεία τής κυβερνήσεως παρέμειναν στις θέσεις τους.

– Ναι, μου λένε. Εσείς άλλωστε έχετε αδυναμία με τα Papa…τέτοια. Και η στρατιωτική Χούντα σας, Papa…dopoulo είχε.

– Το Papa…τέτοιο είναι αντιστασιακή κληρονομιά από το ΄40 τους λέω. Τότε που ήρθε ο Μουσολίνι με τον φασιστικό βηματισμό τής χήνας και είπε στην δική μας Μεταξωτή δημοκρατία “pa pa pa pa pa pa?”, αυτή απάντησε “Απα πα πα πα πα πα!”. Από τότε, όταν έχουμε Δημοκρατία Μεταξωτή, είναι παράδοση να μας κυβερνάει κάποιος που φέρνει προς Μεταξά, με όνομα που αρχίζει με Παπα… Έτσι βγήκε και η γνωστή παροιμία «Οι δημοκρατικοί κώλοι θέλουν Μεταξωτά σώβρακα».

– Και δηλαδή, με την πρόσφατη αλλαγή, δεν άλλαξε τίποτα άλλο; με ρωτούν

– Από την μεταπολίτευση και δώθε, τους λέω, όλες πλέον οι αλλαγές στην χώρα μου είναι τάξεως γραμματικής ή ρητορικής, και ας μη σας επαναλάβω τα περί Chomsky και γίνω βαρετός. Και αν δεν με πιστεύετε, να χτυπήσω κλήση στην Αθήνα στο “Υπουργείο Άϋλης pedías”, όπου υπουργεύει η Αννούλα του φονιά, να σας το βεβαιώσει.

– Τού χιονιά θες να πεις, μου λένε οι φίλοι μου, καθώς άλλωστε υμείς άδετε τέτοιες μέρες, και μάλιστα τών οικιών υμών κάργα εμπιπραμένων.

– Όχι επιμένω, “τού φονιά” είναι, διότι στο υπουργείο της σκοτώνουν τα Ελληνικά. Ετοιμάζουν μάλιστα μια πρόταση που ο χορός του Ζαλόγγου θα λέγεται εφεξής και επισήμως χορός του Συνωστισμού.

– Αυτό ναι, αλλά γιατί παρακαλώ «Άϋλης» pedías; με ρωτούν αυτοί.

– Το «Άϋλης», τους λέω, είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσιν τών άυλων τίτλων τού χρηματιστηρίου οι οποίοι είναι τίτλοι χωρίς υλική υπόσταση, όχι δηλαδή έντυποι σε χαρτί κοινό (ούτε σε χαρτί τουαλέτας όπως τα ελληνικά ομόλογα), ούτε σκαλιστοί σε πέτρα, ούτε παλίμψηστοι σε πάπυρο: όπως δηλαδή και η pedía μας που είναι σε άυλα βιβλία, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες που είχανε άυλη ασφάλεια με το C4I. Το πληρώσαμε αλλά είναι άφαντο, όπως ακριβώς είναι άφαντα και τα άυλα βιβλία.

-Μα αυτά είναι τού σκανδάλου! επιμένουν οι με-το-αζημίωτο-φίλοι.

-Λάθος! τους λέω, εσείς είστε τού αδιαβάστου. Ανοίξτε και το λεξικό τού Papadjimou να βεβαιωθείτε ότι «καμία πράξη ή συναλλαγή, οσονδήποτε ύποπτη και να είναι δεν συνιστά σκάνδαλο, αν ο αρμόδιος Καρχιμάκης δεν μπορεί να την αποδώσει στην Δεξιά». Αφού ο περί ού δεν κατήγγειλε την Δεξιά για το C4I, δεν είναι τού σκανδάλου, όπως δεν είναι τού σκανδάλου το κτηματολόγιο, ούτε τα Ναυπηγεία, ούτε ο ΟΣΕ, ούτε τα άσφαιρα τανκς, ή τα ζαλισμένα υποβρύχια.

Τέτοια τους λέω με την ελπίδα να μας κατανοήσουν. Οι αδιάκριτοι ωστόσο φίλοι μου επιμένουν.

– Βλέπω όμως ότι αποκαλείτε το υπουργείο ως «Υπουργείο pedías», και όχι «Υπουργείο διά βίου Μάσησης» όπως είναι το επίσημο όνομά του.

– Αυτό θα ήταν πλεονασμός, τους απαντώ, αφού είναι γνωστό ότι όλα τα υπουργεία στην Ελλάδα, είναι Εστίες δια βίου Μάσησης γι’ αυτό εξ άλλου και στελεχώνονται από συν-τρόφους. Το Υπουργείο pedías ονομάστηκε έτσι από την μαμά Margaret την εποχή που Υπουργός του ήταν το pedí!

– Από όσα έχουμε ακούσει πάντως, δεν καταλάβαμε γιατί τον διώξατε.

– Μα δεν τον διώξαμε εμείς, αλλά οι δικοί σας, τους λέω. Είχε συμφωνηθεί ότι τα δανεικά θα επιστρέφονταν εν ευθέτω χρόνω. Αυτό όμως για τον δικό μας ήταν του ακατανοήτου, και αυτός κατάλαβε «εν ευχέτω». Μας πλάκωσε λοπόν με νόμους που ήταν σκέτα ευχολόγια. Κάθε ευχονόμος μας δηλαδή, προβλέπει ρητώς ότι αν εκτελεσθεί το πρόγραμμα όπως το εύχεται η Κυβέρνηση τότε θα εισακούσουν τα δανεικά και θα γυρίσουν στον δανειστή.

– Και δηλαδή, ο νέος Πρωθυπουργός θα εύχεται να γυρίσουν τα δανεικά στους δανειστές;

– Όχι ! Ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός τών οικονομικών είναι οι ευχέτες για να πάρουμε νέα δανεικά.

– Έξυπνη οργάνωση! Και υποθέτω ότι οι υπόλοιποι υπουργοί θα εύχονται να εκτελεστεί το πρόγραμμα.

– Όχι! η δουλειά τών υπολοίπων υπουργών είναι να φτιάχνουν τις ευχές. Γι’ αυτό και κρατήσαμε τους παλιούς υπουργούς, μερικοί από τους οποίους έχουν ακόμη και τριάντα χρόνια πείρα ευχοπραξιών. Για να πιάσουν όμως οι ευχές χρειάζονται πολλοί ευχέτες, Έτσι λοιπόν, κάθε διοικητική πράξη, ανεξαρτήτως περιεχομένου, πάει πακέτο με μια καλή φουρνιά νέους ευχέτες.

– Α! έτσι λοιπόν εξηγείται το γεγονός ότι όσο λιγοστεύει ο Δημόσιος Τομέας, τόσο αυξάνουν οι δαπάνες του. Το λέτε όμως αυτό Δημοκρατία;

– Μα ασφαλώς! Αφού αυτά γίνονται με τις ευχές όλων μας, τριμερώς.

– Ας ελπίσουμε τουλάχιστον, ότι θα αρχίσουν επιτέλους τα δανεικά να γυρίζουν πίσω.

δυσκολία είναι ότι τα δανεικά όταν αρχικά φεύγουν για την Ελλάδα, χάνουν το δρόμο τους και παγιδεύονται στην Ελβετία. Πώς να φύγουν από εκεί, με τέτοιο συνωστισμό;

Μα οι δρόμοι προς την Ελλάδα δεν δικαιολογούν κανένα συνωστισμό.

Ναι, αλλά προς τον Παναμά υπάρχει μποτιλιάρισμα. Οι δρόμοι είναι στενοί, και έχουν και ακριβά διόδια.

Αλέξανδρος Αρκάς – Χημικός μηχανικός

About Antikleidi Blog

Antikleidi blog antikleidiblog@gmail.com
This entry was posted in Πολιτική - επικαιρότητα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s