Το Μποστάνι

Όταν είμασταν μικροί, στο χωριό μαγαζιά δεν είχαμε. Η γιαγιά μας έβαζε κάθε πρωί στηχούφτα μερικά ψιλά και μας έστελνε στα μποστάνια να ψωνίσουμε τα λαχανικά της κουζίνας της. Αγγαρεία επώδυνη, όχι μόνο γιατί μας διέκοπτε από το παιχνίδι αλλά και γιατί όλο αυτό το αλισβερίσι πλήγωνε θανάσιμα την αίσθηση του πολιτισμού που είχα τότε μέσα μου για τον κόσμο όπως τον είχα διδαχτεί μέσα στη πρώτη δεκαετία της ζωής μου στην πόλη. Η περιφορά της περισυλλογής των υλικών του κάθε καθημερινού πιάτου περιλάμβανε σκονισμένες ανηφόρες και κατηφόρες, εκεί όπου οι σαγιονάρες γλυστρούσαν πάνω στις πέτρες και τ’αγκάθια. Στου κυρίου Κυριάκου έπρεπε να πάμε για πατάτες και κρεμμύδια, στης Μορφίας για φασολάκια, στης Σταθούς για ροδάκινα, στου Μήτσου για ντομάτες. Σαν έφτανες στις ολάνθιστες, δροσάτες αυλές τους, αυτοί δεν ήταν ποτέ εκεί. Κι εσύ, με όλη τη δύναμη της παιδικής σου φωνής έπρεπε να φωνάζεις τα ονόματά τους, να τους ψάχνεις στις ολισθυρές βραγιές του μποστανιού, για να τους δεις να αναδύονται απόκοσμοι αίφνης εμπρός σου, μέσα από μια συστάδα φασολιές. Οι άνθρωποι αυτοί στα παιδικά μου μάτια είχαν κάτι το τρομακτικό, για τη ακρίβεια ήταν όλοι τους ξαδέλφια του κακού εβραίου που μάζευε τα ορφανά στον “Ολιβερ Τουίστ”. Φορούσαν τρύπιες μάλλινες φανέλες μες το καλοκαίρι, τα νύχια τους ήταν μαύρα σαν το κακό, μύριζαν ανυπόφορα ανοίκειες οσμές και ιδρώτα και σαν να μην έφταναν όλ’αυτά, σε έμπαζαν σε κάτι σκοτεινά, ανήλιαγα κατώγια για να σου ζυγίσουν τα “ζαρζαβάτια”-που έλεγε και η γιαγιά-πάνω σε κάτι σκουριασμένες, παλιές ζυγαριές με αλυσίδες. Στα κατώγια με το πατημένο, υγρό χώμα δεν έμπαινε ποτέ το καλοκαίρι, μύριζαν μούχλα, χειμώνα και απειλητικό ημίφως. Στην επαφή με τα λεφτά προσπαθούσα να αποφύγω το άγγιγμα των χεριών τους και μ’έπιανε πανικός όταν έπρεπε να κλείσω στη χούφτα μου, τα λιγδερά, όπως νόμιζα, ρέστα τους. Υπήρχε, όμως, και χειρότερο σενάριο από τα ρέστα. “Ντομάτες, καλό μ’, δεν έχου. Έλα πάλι το απόγευμα”. Σ’αυτή την περίπτωση, η αγωνία της γιαγιάς για ντομάτα μπορούσε να σε στείλει δυό και τρεις φορές τη μέρα στο κολαστήριο που λεγόταν κατώγι.

Τώρα. Οι Σταθούδες, οι Μορφίες και οι Κυριάκοι πέθαναν, έχουν αρθρητικά, ανημπόριες, παράτησαν τα μποστάνια. Τα παιδιά τους έφυγαν στη πόλη. Εκεί που το παιδικό μου βλέμμα δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την ομορφιά των καταπράσινων κήπων, της δροσιάς, του νερού που έτρεχε κελαρυστό ανάμεσα στ’αυλάκια, το άρωμα της νοτισμένης γης-ευωδιά από ζωή και σπέρμα-, τώρα τα κατακίτρινα, πυρακτωμένα αγριόχορτα του Αυγούστου όπου σεριανίζουν υπόγεια οι σαύρες, θυμίζουν θάνατο, φθορά, εγκατάλειψη, ερημιά. Η Δήμητρα δεν κατοικεί πια εδώ, ούτε η Περσεφόνη. Έκπτωτη θρησκεία η γεωργία. Η Ελλάδα δεν καλλιεργεί πια τις πατάτες ούτε τις ντομάτες της κι αυτό, όταν το ζεις μέσα στον ίδιο το ναό της παραγωγής, το βιώνεις σαν θρήνο, σαν φυσική καταστροφή, παρόμοια με το σεισμό ή τη φωτιά. “Μα ο αγρότης είναι η βάση της κοινωνίας, μου λέει ο Γιάννης, ο τελευταίος Μοϊκανός καλλιεργητής της περιοχής. Αν λείψει αυτός, ο κόσμος θα πεθάνει από την πείνα”. Σκέφτομαι τα λάιμ από το Μεξικό, τα αβοκάντο από το Ισραήλ και τα σκόρδα από τη Γουατεμάλα στο μίνι-μάρκετ της Χαρούλας, δυό βήματα παρακάτω, κατεβάζω το κεφάλι και δεν του απαντάω. Μακάρι αυτή η πίστη να δίνει δύναμη σε κείνον και τη γυναίκα του τη Σταθού, να συντηρήσουν ως τα βαθιά γεράματα την Εδέμ που έχουν χτίσει με τα χέρια τους και “μόνο με τους σπόρους που κληρονομήσαμε από τον παππού”. Με το φούρνο, το κοτέτσι, τη στέρνα, τις λεμονιές, το καζάνι και το παλιό αποστακτήριο για το τσίπουρο, ανάμεσα στους βασιλικούς, και τις ανθισμένες γλάστρες με το αναποδογυρισμένο τσόφλι του αβγού, “που τραβάει το μάτι και δεν σου τις ματιάζουν”.

Η αγγαρία της παιδικής ηλικίας έχει μεταμορφωθεί μέσα μου σε μανία και πάθος. Κάθε πρωί που ξυπνάω, σπεύδω, όπως άλλες στις βιτρίνες με τα Γκούτσι και τα Πράντα, στα δυό-τρία μποστανάκια που απόμειναν, να μυρίσω τη μυρωδιά τους, να φορτωθώ άλλο ένα κολοκύθι που δεν έχω ανάγκη, έτσι από πείσμα μαζί και ηδονή. Να βεβαιωθώ ότι και σήμερα είναι στη θέση τους. Αύριο, ένας ακόμη χρόνος θα μας χωρίσει. Ποιός ξέρει αν θα τα ξαναβρώ. Κάθε κιλό μελιτζάνες κι ένας τελευταίος ασπασμός. Έτσι όπως αποχαιρετάς σε κάθε φίλημα τη γριά γιαγιά σου. Στο χείλος ενός κόσμου που χάνεται.

Απο την ΕΛΕΝΗ ΨΥΧΟΥΛΗ

Πηγή: http://www.andreaslagos.com/

About Antikleidi Blog

Antikleidi blog antikleidiblog@gmail.com
This entry was posted in Γενικά. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s